�χι. Μην φοβ�σαι. Δεν θα σου μιλ�σω για πολιτικ�. Τι με νοι�ζει; Ψηφ�ζεις και παθα�νεις το αντ�στοιχο της επιλογ�ς σου. Εγ� θα σου δε�ξω τον δρ�μο; Δεν �χω λ�γο να το κ�νω. Μπουλντ�ζα. Συνα�σθημα. Βαθ�. Βαρ�. Ι�διο στην σκ�ψη. Στις σκαμμ�νες πληγ�ς του μυαλο�. Ε�σαι �νθρωπος, αδελφ� μου; Ε�σαι. Ξ�ρεις να αγαπ�ς; Ξ�ρεις. Γνωρ�ζεις να αγκαλι�ζεις; Γνωρ�ζεις. Μ�α κ�νηση, δ�ο χ�ρια. �να �μικρον με το σ�μα σου, �νας κ�κλος. Ολοκλ�ρωση του ανθρ�που. Μον�χα να το λ�ει κι η καρδο�λα σου, το μ�σα σου. Καιρ� μας χ�σαμε, μας ξεχ�σαμε, μας μεταφρ�σαμε λ�θος. Μετακ�μιση. Προχ�ρα. Ε�ναι μπροστ� ο δρ�μος κι ο κ�σμος πολ�ς μ�χρι να φ�γεις απ� αυτ� το παγκ�σμιο χωρ�φι. Τι περ�μενες; Ο τ�τλος σε μπ�ρδεψε, το ξ�ρω. Φ�λε μου, η ζω� ε�ναι μπουλντ�ζα. Κ�τρινη. Βαρι�. Και σπ�ει κ�καλα.
Ξ�ρεις την λ�τρωση που χαρ�ζουν τα τραγο�δια; Θες να στην θυμ�σω; Μα τι λ�ω, β�λε �να τραγο�δι, μια μουσικ� και αμ�σως σ�γησαν τα κλ�ξον, οι κ�ρνες, τα γκρ�ιντερ, οι φων�ς. Η μουσικ� γαληνε�ει. Βαθι� μ�σα μας, �χουμε γραμμ�να στιγμι�τυπα που μας θυμ�ζουν �σα το κορμ� ξ�ρει, μα το μυαλ� ξεχν�. Θες γιατ� ε�ναι πολλ� τα γ�ρω που πρ�πει να φ�ρεις «β�λτα»; Θες γιατ� �γχος και κο�ραση σε καταπονο�ν κ�θε που κρεμ�ς τα μεσημ�ρια τον εαυτ� σου σε μια κρεμ�στρα μαζ� με το παλτ� σου; Θες γιατ� οι λογαριασμο� για τα υλικ�, δεν βγα�νουν με τα πνευματικ� σου «θ�λω; Πολλ�. Δεν θα στα πω εγ�. Κ�θε σπ�τι και καημ�ς. Κ�θε βλ�μμα και τσιμ�ντο!
Π�λεις σκονισμ�νες, σπ�τια βαρυφορτωμ�να σαν νταλκ�δες παλιο�, παλικαρ�σιοι, σιωπ�ς μεγ�λες να χ�σκουν Και�δες. Που να γυρ�σεις το βλ�μμα; Ενισχυμ�νη απ� την κ�λπη βγ�κε η βλακε�α σου. � κι η λ�θη. Το ξ�χασμα. Αυτ� ναι. Κανε�ς δεν μ�λησε τ�σο καιρ� για τα κοινωνικ� ευρ�ματα, των φτωχοποιημ�νων, των εξαντλημ�νων, των αποστεωμ�νων πολιτιστικ� συνανθρ�πων μας, των καταληστευμ�νων συμπολιτ�ν μας και... των ν�ων που ξενιτε�τηκαν και δεν γ�ρισαν για τις εκλογ�ς, λ�γω οικονομικ�ν - μιας και πολλο� νομ�ζουν πως οι οικονομικο� και επιστημονικο� μεταν�στες μας εκε� �ξω �πιασαν την καλ� - δυσκολι�ν τους. «Γιατ� βγ�καν π�λι οι παλιο�;», αναρωτι�ται μια παρ�α π�σω μου στο λεωφορε�ο. Δεν αντ�χω και γυρν�ω να πω κι εγ� τη γν�μη μου. «Γιατ� οι παππο�δες και οι γιαγι�δες, ψ�φισαν σαν παλιο�, τους παλιο�ς. Οι ν�οι, ψ�φισαν ε�τε εξωτερικ� � αποχ�. Κι οι καλοβολεμ�νοι, εκε�νους που τους καλοβ�λεψαν. Υπ�ρξαν κι οι σκληροπυρηνικ� ηλ�θιοι. Αυτο�ς δεν τους σχολι�ζω. Καθε�ς με το μυαλ� του. Θ�λουμε και τα παθα�νουμε φ�λε μου.». Γυρ�ζω μπροστ� μου και π�λι, αφο� �χω εισπρ�ξει �να απλ� κο�νημα του κεφαλιο� τους, σε μορφ� συγκατ�βασης.
Θα μπορο�σα να σου μιλ�ω �ρες για τα πολιτικ� γεγον�τα στην χ�ρα του λωτο�! Δεν θα το κ�νω. Το ξ�ρω, η συζ�τηση π�ντα π�ει εκε�. Εγ� �μως ξ�ρεις τι �νιωσα να μου λε�πει αυτ� τον καιρ�; Μια μπουλντ�ζα ρε αδερφ�. Μια κατακ�τρινη μπουλντ�ζα να �ρθει να τα ρημ�ξει �λα. Να γκρεμ�σει τα σ�πια πρ�σωπα, να κατεδαφ�σει τα μα�ρα σ�ννεφα, να κατεβ�σει τα μο�τρα των κοιλαρ�δων - που �λεγε κι η Δημουλ� σε �να πο�ημ� της - αρχ�ντων, να κ�νει σμπαρ�λια το θρ�σσος μερικ�ν που το πα�ζουν �ρωες και σωτ�ρες κι �τι ο λα�ς τους επιβρ�βευσε κι�λας για το �ργο τους, το τ�σο ωρα�ο και αποτελεσματικ� που �χουν αφ�σει τις π�λεις να ρημ�ζουν, να γ�νονται φαντ�σματα. Εμ�να, λοιπ�ν, φ�λε μου, μου λε�πει ο εαυτ�ς μου. Εκε�νος ο ωρα�ος, ο καλοχτενισμ�νος ψυχολογικ�, ο �μορφος σαν ουραν�ς σε πρω�ν� στην Σκι�θο. Καταγ�λανος. Αυτ�ς ο εαυτ�ς μου, μου λε�πει. Ο αλ�γκρος, ο αλεξ�σφαιρος που δεν �δινε γρ�σια σε καν�να, δεν ε�χε υποχρ�ωση σε τ�ποτε, σε καν�ναν τσιφλικ� λαμ�γιο. Ο χαμογελαστ�ς εαυτ�ς μου, ο πανηγυρι�τικος, ο καθωσπρ�πει, ο ισ�ξιος με τον κρατ�ρα της Ν�ας Καμμ�νης στην Σαντορ�νη. Ο μπρο�σκος εαυτ�ς μου, ο κατακ�κκινος και γ�ργαρος σαν παλι� καλ� κρασ�. Ο εαυτ�ς μου ο κ�τρινος, ο τσαμπουκ�ς, που �βαζε μπρος και τα �κανε �λα σκ�νη. Η «μπουλντ�ζα» εαυτ�ς μου, που κατ�βαζε το χειρ�φρενο και �παιρνε σβ�ρνα τα γιαπι� να καθαρ�σει απ� την λ�πρα των παλι�ν χαλασμ�των τις π�λεις. Εκε�νος ο εαυτ�ς μου, που τα �δινε �λα μια και τα �διωχνε π�ρα.
Τ�ρα πια, οι ζω�ς στενε�ουν. Κι �σο τα χρ�νια περν�νε, οι στιγμ�ς ρ�χνουν το π�πλο τους το φοβικ� στις σκ�ψεις. Σε εκε�να που δεν πρ�λαβες να κ�νεις, σε αυτ� που δεν τ�λμησες και σε εκε�να που κ�ποιο «μη» ï¿½ «δεν» σε κρ�τησε π�σω απ� την θ�λησ� σου και δ�γκωσες το κ�τω χε�λι σου σαν παιδ�κι που του απαγ�ρευσαν το... απαγορευμ�νο. Κι αυτ� τα ξ�ρεις, τα δικ� σου «θ�λω» τα ξ�ρεις �λα. Εξ�λλου, τα ε�παμε. «Η γν�ση ε�ναι αν�μνηση» συν�θιζε λ�ει �νας μεγαλοφιλ�σοφος. Σαν μια λαιμαρι� που σε κρατ� π�ντα δ�σμιο της βαθι�ς γν�σης και συνειδητοπο�ησης των ριζ�ν εν�ς καρκιν�ματος - �ποιας φ�σης - της χ�ρας. Μα πλ�ον �μαθα πως η αν�μνηση τ�σων ετ�ν που το �ργο πα�ζεται σε μια αδι�κοπη επαν�ληψη, γ�νεται γν�ση. Κι αυτ� η γν�ση δεν διδ�σκεται σε πανεπιστ�μια � �λλα ακαδημα�κ� φυτ�ρια, αντιθ�τως υπαγορε�εται σε στιγμ�ς προσωπικ�ς αν�τασης και σε ατυχε�ς προσπ�θειες ξεκουμπ�ματος εν�ς παντελονιο� που πλ�ον �χει στεν�ψει. � και μιας ζω�ς, που �χει αφυδατωθε�. Και εκε� χρει�ζεται επειγ�ντως μπουλντ�ζα. Να τα ισοπεδ�σει �λα, να βρει φλ�βα απ� θ�λασσες, να δροσ�σει ξαν� την ζω�. Να ρθει και να σε σκεπ�σει... Μ�α μπουλντ�ζα να ανο�ξει ν�ες πορε�ες...








