Οιδ�πους
Μα τι γ�ρευες χτες το βρ�δυ στον �πνο μου
με τα ματ�φυλλα κλειστ� σαν κοχ�λια λησμονημ�να
στην �μμο του καλοκαιριο�
την �ρα που ο �λιος βασιλε�ει
η μ�ρα κρ�βεται στις εσοχ�ς των βρ�χων
και βγα�νει το φεγγ�ρι σταλ�ζοντας α�μα και ταξιδε�ει στο π�λαγο.
Τι γ�ρευες με το δ�χτυλο τεντωμ�νο
δε�χνοντας στο σκοτειν�ν ορ�ζοντα
�να φριχτ� σημ�δι που ολο�να μεγαλ�νει.
Ε�ναι η Σφ�γγα, ε�πες, δε νικ�θηκε π�ντα παρο�σα
γυρε�οντας απ�ντηση στο α�νιγμα ξαναγυρ�ζει.
Και οι θεο� μας αγ�λματα και σπασμ�νες κολ�νες
και προτομ�ς κλεισμ�νες στα μουσε�α
κι οι �ρω�ς μας ζωγραφι�ς στα φ�λλα των βιβλ�ων.
Και μεις αφ�νοντας π�σω τις μ�ρες που ζ�σαμε παραπατ�ντας
αν�μεσα στη Σκ�λλα και τη Χ�ρυβδη και τις Σειρ�νες
αφ�νοντας π�σω τα ναυ�για και τα δ�ση τα σκοτειν�
�που μ�τε πουλ� λαλο�μενο βγ�κε να κελαηδ�σει
μ�τε κλαδ� τρεμ�μενο στον �νεμο �βγαλε �νθος
αφ�νοντας π�σω τη θυμωμ�νη θ�λασσα
και τα νησι� τα κ�τρινα με το σαρ�κι του �πνου
και τις σπηλι�ς, τα σπ�τια των τερ�των,
στεκ�μαστε αντιμ�τωποι του σκοτεινο� εαυτο� μας.
Και τα χιλι�μετρα καρφωμ�να στα π�δια μας σαν σα�τες
και τα μελλο�μενα σκοτειν�
και ο μ�ντης τυφλ�ς δ�χως δ�ναμη σηκ�νει τα χ�ρια ψηλ�
και γ�νονται τ� �στρα λυχν�ρια
στα χ�ρια των θε�ν που �χ�σαν τον παρ�δεισο.
Ε�μαστε η Σφ�γγα ε�πες κι �φυγες την �ρα που ο �λιος
αν�βαινε στον �λυμπο απ� τη σκοτειν� κοιλ�δα.
|