Ο ΚΟΜΠΟΣ
�χω �να κ�μπο στη ψυχ� που �λο με σφ�γγει.
Τον καταπ�νω μα με σφ�γγει πιο πολ�.
Πεθα�νει κ�θε βρ�δυ, κι �μως αναστα�νεται,
και το πρω� με τυρανν�ει σα πληγ�.
Αυτ�ς ο κ�μπος ,σαν ταφ� που δεν τελει�νει.
Μου λιγοστε�ει κ�θε μ�ρα τη ζω�.
Π�τε με πι�νει, με χτυπ� και με σκοτ�νει,
κ’ οι μελανι�ς του , μου μαυρ�ζουν το κορμ� .
Σε καταδ�κη για να δ� μον�χα λ�γα.
Μελαγχολ� για τα ωρα�α που δε θα δ�.
Μεμψιμοιρ� για τα καλ� που δε θα ζ�σω.
Παλιμπαιδ�ζω διαρκ�ς μπας και χαθ�.
Αυτ�ς ο κ�μπος εï¿½ν’ ο θ�νατος ο �διος.
Εγ� σ’ τον �γραψα παντο�, μα ‘σ� σιωπ�ς.
Και ας δακρ�ζω και ας κλα�ω την ζω� μου,
Που δ�χως �νειρα κατ�ντησε μπελ�ς .
Δεν ενστερν�ζομαι τους π�θους, τις φοβ�ρες σου.
Πνιγμ�να δ�κρυα που κουρνι�ζουνε στις ξ�ρες σου.
Δε συμμερ�ζομαι τους π�νους, τις χαρ�ς σου.
Φα�λες ημ�ρες που δεν ε�ναι πια δικ�ς σου.
Ψ�χνω και χ�νομαι σε λ�για κ’ ιστορ�ες,
Για να ξεφ�γω απ ‘τ’ αδι�ξοδο που ζω.
Μα δεν υπ�ρχει γιατρει� σε μια αρρ�στια,
που ξεκιν�ει απ ‘τον κρυφ� μου εαυτ�.
Μα δε πιστε�ω σ’ �δεια λ�για και μην�ματα,
σε �δειους το�χους και σε λ�ξεις της στιγμ�ς.
Εγ� κοιτ�ω το παρ�ν και λ�ω σταμ�τα.
Μη μου σκοτ�νεις ,�λλο, κι’ ï¿½λλο την ψυχ�.
Το αδι�ξοδο, ο κ�μπος κ’ η λαχτ�ρα,
προσδ�δουν μ�να τους κ�τι το μαγικ�.
Μον�χος δε μπορ� να ζω μ’ οφθαλμαπ�τες.
Και �τσι τρελα�νομαι και π�φτω στο κεν�.
Και απ’ το νεκρ� κορμ� μου τ�ρα αντικρ�ζω,
το πουθεν� που με οδ�γησε ο καθε�ς.
Μ’ αποδ�μησα και �φυγε η ψυχ� μου.
Μαζ� μ’ αυτ� φε�γει κι ο κ�μπος που κρατε�.
|