Τα δ�χτυλα ε�ναι δ�ο. Και χωρ�νε �σα - �σα στην μικρ� τσ�πη. Ε�ναι που το μ�σα μου, λ�ει πως αυτ� ε�ναι μια τσ�πη για ολιγαρκε�ς. Ε�ναι μια τσ�πη - ρε παιδ� μου - για τα λ�γα, τα ψιλ�, εκε�να που περισσε�ουν. Κι �μως εκε� μ�σα, χωρ�ει ολ�κερη ζω�. Η σκ�ψη μου ανεβα�νει με λαχ�νιασμα τα σκαλι�. Και φτ�νει κ�που εκε� που ξ�ρω πλ�ον πως ετο�τη εδ� η... «μικρ�» ε�ναι προορισμ�νη να τον�ζει και να υπερθεματ�ζει τα μεγ�λα. Σαν κ�ποτε που β�ζανε στις τιμ�ς το ,99 με �τι ψηφ�ο απ� μπροστ� και ν�μιζες πως το προ��ν που αγορ�ζεις �χει αγοραστικ� αξ�α το ψηφ�ο που προηγε�ται του κ�μματος... Κ�πως �τσι. Και τους �μειναν αμαν�τι στα χρ�νια που κ�λησαν, αυτ�ς οι μικρ�ς τσ�πες.
Τριγυρν�ει το μυαλ� μου εδ� και μ�ρες μια ιδ�α, να την ξεχαρβαλ�σω αυτ� τη μικρ� τσ�πη. Λες και το �διο το σ�στημα με χλευ�ζει που δεν �χω να γεμ�σω τις μεγ�λες και αρκο�μαι �πως - �πως στις μικρ�ς. Και �στερα, �χεις και την λογικ� του κοινο� νου, να σου «τρ�ει» τον γιακ� της υπομον�ς, πως θα �ρθουν μεγαλ�τερες μ�ρες. «Κο�τα, ακ�μη και οι μ�ρες μεγ�λωσαν. Το φως της μ�ρας διαρκε� περισσ�τερο μ�να το μ�να», μου ε�πε ο μαν�βης στην Μοδι�νο περιχαρ�ς. Λες και του ε�παν �τι θα αυξηθε� ο μισθ�ς του. Ναι, εντ�ξει, δεν λ�ω. Σαφ�ς δεν ε�ναι �λα μα�ρα γ�ρω μας. �χι. Προς Θεο�. �χουν πλ�ον αυτ� το μεταμοντ�ρνο μοτ�βο απ� τις «Πεν�ντα αποχρ�σεις του Γκρι». Λες κι �μα �ταν μια π�νω, μια κ�τω, θα ε�χαμε πρ�βλημα πως να τις ονομ�σουμε...
Ξαναβ�ζω τα δ�χτυλα στο μικρ� τσεπ�κι και ψαχουλε�ω μ�χρι �σο π�ει το τ�ρμα του. Σαν τη νοημοσ�νη κι αυτ�, μια φ�δρα το συγκρατε� και δ�ο μεταλλικ� τρουκς στις �κρες του. Κ�τι �μως δεν μου κολλ�ει. Καλ� το μ�γεθ�ς του. Θα γ�νει της μ�δας πλ�ον να μικρα�νουν τις τσ�πες και θα ε�μαστε �λοι μας ευχαριστημ�νοι που θα �χουμε την ψευδα�σθηση πως τουλ�χιστον κι αυτ� τα λ�γα που λαμβ�νουμε μπορο�ν να χωρ�νε σε... μικρ� καλ�θια. Γιατ� �πως και να το κ�νεις, το σ�στημα δημιουργε� τις ψευδαισθ�σεις �τι ναι μεν μπορε� να μικρα�νουν �λα γ�ρω σου, αλλ� και τα κουτ�κια, οι τσ�πες και... τα σπ�τια που σου παρ�χονται για να τα αποθηκε�σεις � να τα φυλ�ξεις, ε�ναι εξ�σου μικρ�, σχεδ�ν κουστουμαρισμ�να στα μ�τρα των λιλιπο�τειων αναγκ�ν σου. Κ�ποτε λ�γαμε πως ε�χαμε μεγ�λα σπ�τια και δεν ε�χαμε φ�λους να τα γεμ�σουμε. Και τ�ρα, μεγ�λωσαν οι παρ�ες και μ�κρυναν τα σπ�τια.
Θα τα βρο�με �λα. Μ�νο �γχος δεν χρει�ζεται. Οι τσ�πες θα παραμε�νουν σαν μικρ� δε�γματα της μεγ�λης τσ�πης που μ�χρι πρ�τινος παρασιτικ� γ�μιζε με καθετ� �χρηστο � λιγ�τερο χρει�δες. Τ�ρα, επιστροφ� στα ουσι�δη και τα �ξια. Επιστροφ� στα χρ�σιμα και μετρημ�να. Τ�σα χρ�νια, αραδι�ζαμε και απλ�ναμε την ζω� μας, λες κι �ταν πραμ�τεια σε λα�κ�. Πολ�χρωμη, βαρυφορτωμ�νη και �χρηστη.
Τ�ρα �ρθε ο καιρ�ς, να την συμμαζ�ψουμε την ριμ�δα την ζω�. Να γυρ�σουμε τα δ�χτυλα στις μικρ�ς τις τσ�πες του παντελονιο� και να φυλ�ξουμε εντ�ς τους μ�νο εκε�να που αξ�ζει να μας... αξ�ζουν. Π�νε πλ�ον οι μεγ�λες τσ�πες δ�χως π�το. Π�νε ανεπιστρεπτ� - και καλ� θα κ�νουν - τα πολλ� «θ�λω» και εκε�να τα ατ�λειωτα «μου αρ�σει» που θ�λωναν τις βιτρ�νες των καταστημ�των. Και το κυρι�τερο, τα χ�ρια δεν θα κουρ�ζονται να κρ�μονται με τις μ�ριες σακο�λες απ� τα αποφ�για μιας κοινων�ας που ντ�νει την γ�μνια της με σακ�κια και ρο�χα και παπο�τσια. Αντιθ�τως, τα χ�ρια, θα μ�θουν να κ�νουν αυτ� που χρ�νια ολ�κληρα απεργο�σαν εθελο�σια. Να αγκαλι�ζουν. Και να πορε�ονται. Και να χα�δε�ουν. Και αν τ�χει να ξανακ�νουν το ταξ�δι στη μικρ� την τσ�πη, ας κροταλ�σουν μ�σα της δ�ο τρ�α κ�ρματα. Ετο�τα, δεν θα 'ναι κ�λπικα.








